Ο κόσμος του τσαγιού

«Te» σημαίνει τσάι στην κινεζική διάλεκτο Amoy. Η ιστορία του δεύτερου πιο δημοφιλούς ροφήματος στον κόσμο –μετά τον καφέ- ξεκίνησε πριν από 5.000 χρόνια στην αρχαία Κίνα. Οι Κινέζοι πίνουν τσάι για λόγους υγείας και απόλαυσης για χιλιάδες έτη. Κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς τους τράβηξε την προσοχή στα στιλπνά, πράσινα φύλλα της καμέλιας sinensis, αλλά ένας δημοφιλής μύθος αποκαλύπτει την παρακάτω ιστορία.

Ο Shen Nung, ένας εμπνευσμένος και διορατικός αυτοκράτορας πίστευε ότι το πόσιμο νερό θα έπρεπε να βράζεται για λόγους υγιεινής. Ένα καλοκαίρι καθώς ταξίδευε του με προορισμό μια μακρινή επαρχία, σταμάτησε με τη συνοδεία του για να ξεκουραστούν. Καθώς έβραζαν το νερό για να ξεδιψάσουν, ένας άνεμος παρέσυρε κάποια φύλλα από γειτονικούς θάμνους και τα έριξε μέσα στο σκεύος. Ο αυτοκράτορας έδειξε ενδιαφέρον, δοκίμασε το νερό που είχε αποκτήσει ένα παράξενο χρώμα και το θεώρησε πολύ δροσιστικό και αναζωογονητικό. Εκείνη τη στιγμή το τσάι μόλις είχε ανακαλυφθεί.

Η μέθοδος παρασκευής τσαγιού με το ανοιχτό σκεύος η οποία έχει αποδοθεί στον αυτοκράτορα Shen Nung άντεξε πολύ στο χρόνο. Πέρασαν άλλα 4.000 χρόνια προτού να αναπτυχθεί η μέθοδος παρασκευής που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Στις αρχές του ενάτου αιώνα, ένας διορατικός Ιάπωνας μοναχός που ονομάζονταν Dengyo Daishi πήρε μαζί του σπόρους τσαγιού καθώς επέστρεφε από την Κίνα. Μεταφυτεύτηκε λοιπόν στην Ιαπωνία περίπου το 500μ.Χ. και ο τρόπος της κατανάλωσής του εξελίχθηκε στη μοναδική Ιαπωνική Τελετή Τσαγιού με το όνομα «Cha-no-yu» που σημαίνει «ζεστό νερό για τσάι»

Το τσάι έφθασε και στην Ευρώπη. Παρά τις υπερβολικές αξιώσεις για τις ιατρικές ιδιότητές του, οι Ευρωπαίοι προτιμούσαν τη γεύση του καφέ. Μόνο σε ορισμένους αριστοκρατικούς κύκλους ήταν δημοφιλές το τσάι.

Το 1650 ο Πορτογάλος ιερές Gaspar de Cruz έφερε το τσάι στη Λισσαβόνα. Οι Ολλανδοί το έφερναν στην Ευρώπη μέσω Ινδονησίας.

Το περίεργο παρασκεύασμα που ερχόταν ανάμεσα στα φορτία μεταξιού και μπαχαρικών δεν έγινε αμέσως δημοφιλές. Οι Ευρωπαίοι το δοκίμαζαν αλλά προτιμούσαν τη γεύση του καφέ. Οι επιφυλακτικοί Άγγλοι περίμεναν μέχρι το 1652 προτού να αρχίσουν να εμπορεύονται το τσάι.

Οι Ρώσοι ήταν πρώτοι θιασώτες του τσαγιού. Το τσάι τους έφθανε από ξηράς πάνω σε καμήλες από την Κίνα. Το ρομαντικό ταξίδι τους ζει ως δημοφιλές και λεπτό μείγμα μαύρου τσαγιού της Κίνας γνωστό ως Russian Caravan (Ρωσικό Καραβάνι).

Η κατανάλωση τσαγιού παρουσίασε ένα τυχαίο ξέσπασμα κατά το 1662 όταν ο Άγγλος βασιλιάς Κάρολος ο δεύτερος παντρεύτηκε την Catherine Braganza, μια Πορτογαλίδα πριγκίπισσα η οποία κατανάλωνε φανατικά τσάι. Το τσάι ήταν ήδη ακριβό, αλλά τώρα ήταν μοντέρνο επίσης. Ξαφνικά το τσάι είχε το ύφος και την αποκλειστικότητα. Στα μάτια της ανήσυχης για την εικόνα της αριστοκρατία, ήταν ακαταμάχητο.

Τα πολύτιμα φύλλα φυλάσσονταν συχνά κλειδωμένα σε έναν κουτί τσαγιού (caddy), για το οποίο υπήρχε πάντα μόνο ένα κλειδί. Μία ή δύο φορές την εβδομάδα, ξεκλείδωνε η κυρία του σπιτιού το κουτί για να σερβίρει τσάι ως οικογενειακό κέρασμα, ή για να εντυπωσιάσει έναν σημαντικό φιλοξενούμενο.

Η κατανάλωση τσαγιού αυξήθηκε θεαματικά στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα.